Περιγραφή
“Θα τον σκοτώσω εγώ”, είχε εξομολογηθεί εκείνη στον παπά… _x000D_
_x000D_
Και μετά, ήρθε η καταραμένη νύχτα. Η νύχτα με το μπουρίνι που σήκωσε στέγες, γκρέμισε μάντρες και ξεχέρσωσε ακόμη και βράχια απ’ τα βουνά. Τέτοια καταιγίδα δε θυμούνταν ούτε οι πιο παλιοί. Άρχισε ύπουλα, μ’ ένα αιφνιδιαστικό χαλάζι, πάγος ξηρός και χοντρός σαν βότσαλο, το γύρισε σε αστραπόβροντα και μετά σ’ ένα μανιασμένο πουνέντη που έφερε μαζί του και όλη τη βροχή της δύσης. Τόσο νερό… Ωκεανός σωστός… Ρήμαξε λιόδεντρα, έπνιξε ζώα και ξέκανε μελίσσια. _x000D_
_x000D_
Στο χωριό, κλεισμένοι όλοι στα σπίτια τους μέχρι να περάσει το κακό νερό, τίποτα δεν άκουσαν, τίποτα δεν είδαν. Με το ξημέρωμα πια, κάποιες λίγες ξάγρυπνες γριές τόλμησαν να ξεπορτίσουν για να δουν τι είχε αφήσει πίσω της η καταιγίδα. Και τότε, τον βρήκαν μέσα στο ρημαγμένο απ’ το χαλάζι αμπέλι του. Γυμνό και σακατεμένο στ’ αχαμνά… _x000D_
_x000D_
Είχε ξεψυχήσει με τα μάτια γουρλωμένα. Η θυσία είχε ολοκληρωθεί. Η σκοτεινή θεά, χορτασμένη πια, έπαψε να μοιρολογά. Σκούπισε τα δάκρυά Της, έστρεψε το βλέμμα Της προς το βροχερό ουρανό και χαμογέλασε θριαμβευτικά στην ασημένια Σελήνη. Ήταν ώρα να ταΐσει και τα σκυλιά…







Αξιολογήσεις
Δεν υπάρχει καμία αξιολόγηση ακόμη.