Περιγραφή
Έντεκα κοινωνικά διηγήματα όπου η συγγραφέας επιχειρεί να ξεκλειδώσει μυστικά που σαν τη Σφίγγα κρατούν κρυμμένα οι ήρωές της. _x000D_
Δεν περιγράφει τις ηλιόλουστες λεωφόρους της ζωής αλλά τα στενά δρομάκια, όπου βασιλεύει το μισοσκότεινο της ύπαρξης, η μελαγχολία της επιβίωσης και συγκλονίζει η επιμονή των απλών ανθρώπων στο όνειρο._x000D_
_x000D_
_x000D_
Απόσπασμα_x000D_
ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ_x000D_
_x000D_
Μέχρι που να βγει στη δημοσιά, η αδελφή της η Θεανώ έτρεχε ξοπίσω της φωνάζοντας:_x000D_
«Σε παράτησε ο αβάφτιστος! Πήρες χαμπάρι;»_x000D_
Κι η Αιμιλία αποκρίθηκε:_x000D_
«Σαν θα γυρίσω, θα ξέρω την αλήθεια. Από το στόμα_x000D_
του άντρα μου»._x000D_
Τι είπανε οι δυο τους, η Αιμιλία κι ο Στρατής, κανείς_x000D_
δεν έμαθε. Εκείνη γύρισε αργά στο σπίτι της, άσπρη σαν τον τοίχο. Μόλις που μπόρεσε να σπρώξει την πόρτα και να περάσει μέσα._x000D_
Ύστερα από λίγο μαζεύτηκε κόσμος από τη γειτονιά._x000D_
Είδανε φως στις κάμαρες. Φωνάξανε και τον κοινοτάρχη, που μόλις είχε έρθει από το κυνήγι, να μάθουνε όλοι τι έγινε μ’ αυτή την υπόθεση, μιας κι από νωρίς στο καφενείο οι άντρες βάζανε στοιχήματα για το αν θα γυρίσει ο Στρατής_x000D_
ή όχι._x000D_
Δίχως να χτυπήσουνε την πόρτα, οι γυναίκες μπήκανε πρώτες στο σπίτι της Αιμιλίας. Φωνάξανε πολλές φορές τ’ όνομά της, αλλά δεν πήρανε απάντηση. Η πίσω πόρτα που έβγαζε στον δρομίσκο προς το ποτάμι πηγαινοερχότανε με τον αέρα._x000D_
Αργότερα μάθανε πως, η Αιμιλία κουβάλησε το νυφικό της από το σπίτι ίσαμε το ποτάμι, μισή ώρα δρόμο, και το πέταξε μέσα στα κρύα νερά. Την είδε ο Δήμος, ο γείτονας, και του κόπηκε η ανάσα. Κάτω από το φως του φεγγαριού όλα τα είδε καθαρά…







Αξιολογήσεις
Δεν υπάρχει καμία αξιολόγηση ακόμη.