Περιγραφή
Σήκωσα πανιά. Έβαλα πλώρα τον στάντζο, φερμάρισα την σκότα γερά. Γλιστράω στο νερό με τον άνεμο, σαν τον άνεμο, έγινα άνεμος. Με κοιτούν τα σύννεφα, αρμενίζω μαζί τους. Μιλάω με την θάλασσα, ακούω την σιωπή της. Έβαλα την καβίλια του τιμονιού στην θελιά, την Παναγιά στην πλώρη κι’ όπου με πάει._x000D_
Ίσως με πάει εκεί που η ματιά χάνεται στην θαμπάδα του ορίζοντα. Μπορεί σε άπατα νερά να ταξιδέψω. Ίσως με πάει να ανταμώσω τα χτικιά και τα φαντάσματα στα πέλαγα, που λένε οι ναυτικοί ότι υπάρχουν, μα είναι αλήθεια, υπάρχουν. Ίσως ανταμώσω φουρτούνες, αστραπές με βροχή και αέρηδες με θυμό. Μπορεί σε μπουνάτσες να αρμενίσω και ίσως δυο δελφίνια να παίζουν στα απόνερα, ίσως ένα γλαρί να πετάει στην πλώρη μου να μου δείχνει την ρότα μου. Ίσως με πάει στην άκρη τού κόσμου και γνωρίσω άλλους ανθρώπους που μιλάνε άλλες γλώσσες._x000D_
Θέλω ακόμα τόσα να δω, μα η πλώρη μου ξέρει, θα με πάει… θα τα βρω. Έτσι λογαριάζω να αρμενίσω, χωρίς κουμπάσο και χάρτη, χωρίς να ξέρω αυτό το ταξίδι πότε και πού τελειώνει και ίσως δεν σβήσει αυτό το όνειρο ποτέ.







Αξιολογήσεις
Δεν υπάρχει καμία αξιολόγηση ακόμη.